Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Η Γη Μου

Και πιάνομαι από τις λακουβίτσες χαμηλά στη μέση σου 
που μοιάζουν με μικρές στήρες λιμνούλες,

και σκαρφαλώνω με τις άκρες των δακτύλων μου, τρεμάμενη, 
τη ραχοκοκαλιά σου 
φτιαγμένη από στιβαρές πέτρες.

Λυγίζεις από πόνο όταν φτάνω ψηλά στον κόσμο μου

και νιώθω την ανάσα σου να παγώνει κάθε τι στο δωμάτιο ετούτο...

Και σαν διαπερνάει η αχτίνα του Ηλίου την ίριδα του ματιού σου,
διακρίνονται με λεπτομέρεια τα χρώματα που χορεύουν μέσα της.

Χρώματα της Γης, του εδάφους.

Καθώς δεν μιλούμε
καθώς οι λέξεις σώπασαν
πνίγηκε η Γη στα μάτια σου.

έπνιξες τον τόπο τούτο
με νερό και αλάτι...


C.B

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Μια ευχή

Πάλι με έπιασε...
Πάλι γαμώ την πουτάνα μου τις τελευταίες μέρες προσπαθώ να δω τι κάνεις, που είσαι, αν είσαι ακόμα μαζί της...
Αν ανεβάζεις τα τραγούδια μας...
"...νιώθω την ανάγκη να σε δω... να ΄σουν τώρα θα ΄θελα εδώ..."
Πάλι θυμάμαι τις στιγμές μας.
Να σε γυρεύω στο πάρκο κλαίγοντας με το ψεύτικο τσιγάρο στο χέρι, αυτό που ήταν αφορμή να το στρίψω για να με δεις.
Γαμώ το!
Την τελευταία φορά που έγραψα για εσένα, ευχόμουν να σε δω... ευχόμουν, Θεέ μου, να γίνει κάτι και να σε δω, έστω και για λίγο.
Και συνέβη...
Μια ευχή...
Ας ξαναγίνει αυτό που θέλω...
Λένε ότι ό,τι ποθείς πολύ θα το έχεις, κι εγώ εκεί ποντάρω.
Έχω πολύ δύναμη μέσα μου που νιώθω θα σε τραβήξει σα μαγνήτης στο πεδίο μου.
Ξέρεις ότι σε σκέφτομαι, το ξέρεις καλά.
Ξέρεις ότι δεν είναι για ΄σενα αυτή...
Δεν είναι...
Έχουμε πολλά κοινά εμείς οι δύο, δεν γίνεται οι δρόμοι μας να είναι χωριστά... Θα το καταλάβεις αυτό, εύχομαι πριν να είναι αργα...
Τα όμορφα κορμιά σας κρατάνε, αλλά ξεχνάτε τις καρδιές που σας αγάπησαν με όλο τους το "είναι"...
Ξεχνάς πολλά...
Γνωρίζω δεν είστε καλά, δεν μπορεί να είστε ρε γαμώ το! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί!!!!
Γαμώ το!

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Η αδράνεια.

Η αδράνεια είναι μία από τις χειρότερες καταστάσεις που καλείσαι να βρεθείς αντιμέτωπος.

Δεν πας εμπρός.
Δεν πας πίσω.
Μένεις σταθερός, με τα πόδια καρφωμένα στο χώμα, σαν φτιαγμένα από βαρίδια, με το κορμί να ταλαντεύεται στο χορό τον ανέμων.
Να ταλαντεύεσαι σαν σημαία χιλιοτρυπημένη.
Κοιτάς γύρω να βρεις κλαδί για να πιαστείς,
χώμα για να γδάρεις,
σύννεφο με νερό για να ξυπνήσεις.

Η αδράνεια είναι μία από τις χειρότερες καταστάσεις που καλείσαι να βρεθείς αντιμέτωπος.
...

C.B

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

«Επιστροφή»

Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου

βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.

-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.

Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου

δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…

 -Ν. Βρεττάκος

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Θα έχω φύγει

Κι όταν γυρίσεις να δεις εάν είμαι εδώ...
εγώ θα έχω φύγει και αυτό που θα βλέπεις θα είναι μόνο η σκιά που σχηματίζεται από το φως εμπρός μου... 

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Για εκείνον, τον άγνωστο.

Ήσουν δίπλα μου.
Γυρισμένος πλάτη, με μια μπύρα στο χέρι μιλούσες με τους φίλους σου. Το κεφάλι σου γυρνούσε μία δεξιά μία αριστερά και χαιρετούσες, αγκάλιαζες, έδινες δυναμικές χειραψίες και χτυπούσες τη πλάτη των φίλων σου με το χέρι.
Με το καπέλο σου να κρύβει το κοντοκουρεμένο μαλλί σου και με τα ρούχα της δουλειάς, βγήκες για να ξεσκάσεις.
Σε είδα πριν με προσέξεις και γυρίσεις το σώμα σου προς εμένα.
Έβλεπα τη πλάτη σου και διάβαζα τα γράμματα που είχε τυπωμένα πάνω της η σκουρόχρωμή σου μπλούζα.
Σε περιεργαζόμουν.
Εξωστρεφής, έδειχνες, μα η εσωστρέφειά και η ευαισθησία είναι αυτή που κυριαρχούσε πάνω σου. Έτσι το κατάλαβα εγώ, όταν με κοιτούσες.
Χιλιοπονεμένος, βάρη που κουβαλάς παντού πάνω σου, της οικογένειας της δουλειάς, προσωπικά... Από μικρό σε ρίξαν στα δύσκολα και έμαθες να παλεύεις για να πάρεις ό,τι έχεις καταφέρει να κατακτήσεις μέχρι τώρα. 
Άνθρωπος με μπέσα και τιμή. 
Ξεχώριζες από το πλήθος, δεν ήσουν σαν αυτούς.
Γύρισες το κεφάλι σου προς εμένα. Με είδες. Σε πρόσεξα, μα όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά μας... ντράπηκα.
Γύρισα προς το μέρος της φίλης μου και της είπα στο αυτι ότι αυτό το παιδί με το καπέλο είναι πολύ ωραίο, πως έχει κάτι το διαφορετικό.
Έχεις κάτι που ξεχώρισες στα μάτια μου όταν σε πρωτοείδα, έχεις κάτι που ξεχώρισες στα αυτιά μου όταν σε άκουσα, στη ψυχή μου όταν σε ένιωσα. 
Για ένα λεπτό μου ανοίχτηκες και μου μίλησες σαν να βγήκε ο κρυμμένος εαυτός σου από μέσα σου, αυτός που θάβεις για να μη φανείς αδύναμος, ευάλωτος... Άγγιξες τις ευαισθησίες μου.
Ήσουν εσύ. Όχι αυτός που θες να δείχνεις στους άλλους, αλλά αυτός που είσαι όταν δεν σε βλέπει κανένας. 
Και αυτό ήταν το πιο γοητευτικό πράγμα πάνω σου.
Τα λόγια μας συνανιόντουσαν...
Η ώρα περνούσε και τα λόγια χανόντουσαν, όπως εξατμίζοταν το οινόπνευμα από το ποτό σου, καθώς μου μιλούσες.
Έπρεπε να φύγω. Δεν με άφηνες αν δεν κανονίζαμε τον καφέ που μου έλεγες. Σου εξηγούσα επί πέντε λεπτά πως θα μιλούσαμε αύριο αλλά δεν έδειχνες να καταλαβαίνεις, και μέσα στη ζάλη σου μπερδευόντουσαν και τα λόγια μου.
Βγήκες έξω.
Με ακολούθησες στο δρόμο και περίμενες μια απάντηση.
Ήσουν ο πιο γλυκός άνθρωπος του κόσμου.
Αυθόρμητος και όμορφος, και δεν με νοιάζει εάν το έκανες εσύ ή το μπουκάλι της μπύρας που είχες στα χέρια σου.
Αυτό που θέλω είναι να σε προσέχεις.
Για απόψε, να ξέρεις, ήσουν η ωραιότερη έμπνευσή μου...